Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Δίνει λύσεις στον πρωταθλητή ο Χολ


Ήρθε στον Ολυμπιακό για τον ρόλο του δεύτερου ψηλού, αλλά ακόμα και για αυτόν τον ρόλο υπήρξαν ερωτηματικά. Ο Ντόντα Χολ αποκτήθηκε για κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο και, σε μια ομάδα με τόσο βαριά ταυτότητα όσο ο Ολυμπιακός του Γιώργου Μπαρτζώκα, αυτό το «συγκεκριμένο» είναι συχνά το πιο δύσκολο. Να είναι ο δεύτερος ψηλός πίσω από τον Νίκολα Μιλουτίνοφ, να δώσει αθλητικότητα, rim protection, τελειώματα στο pick ‘n roll, να παίξει πάνω από το στεφάνι. Να μπει, να κάνει τη δουλειά και να βγει, χωρίς να χαλάσει η ισορροπία.

Στα χαρτιά έμοιαζε ιδανικό fit. Στο παρκέ, όμως, η προσαρμογή του ξεκίνησε νωθρά και για αρκετές εβδομάδες έμοιαζε να μη βρίσκει ποτέ το σημείο επαφής με το παιχνίδι του Ολυμπιακού. Δεν ήταν μόνο τα λεπτά. Ήταν η αίσθηση ότι βρίσκεται μισό βήμα πίσω από τις φάσεις. Ότι στην άμυνα ψάχνει διαρκώς πού πρέπει να είναι, ενώ στην επίθεση περιμένει μια πάσα που δεν έρχεται. Και όταν είσαι ψηλός που ζει από τη δημιουργία των γκαρντ, το «δεν έρχεται» δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι το μισό σου παιχνίδι. Ο Ολυμπιακός τον πήρε για να λειτουργεί σαν κάθετη απειλή, σαν εκείνο το σώμα που θα ανοίξει χώρους, θα τραβήξει βοήθειες, θα τελειώσει φάσεις χωρίς πολλά ντρίμπλες και χωρίς δεύτερη σκέψη. Μόνο που, φέτος, ο Ολυμπιακός χρειάστηκε χρόνο για να βρει τον δικό του ρυθμό. Και αυτό επηρέασε περισσότερο από όλους τους παίκτες που εξαρτώνται από τον ρυθμό και τη δημιουργία: τους ψηλούς τύπου Χολ.

Το πρώτο και πιο προφανές: ο Μιλουτίνοφ είναι εκπληκτικός φέτος. Η παρουσία του στη EuroLeague (με 11,2 πόντους, 7,6 ριμπάουντ και 21,8 PIR κατά μέσο όρο) δεν αφήνει απλώς χώρο για συζήτηση καθορίζει αυτομάτως ιεραρχία, λεπτά και ρόλους. Όταν ο βασικός σου σέντερ παίζει σε τέτοιο επίπεδο, ο δεύτερος ψηλός δεν έχει πολυτέλεια να «ψάχνεται». Πρέπει να είναι έτοιμος από την πρώτη κατοχή που θα πατήσει παρκέ. Το δεύτερο, πιο ουσιαστικό: ο Χολ είναι ένας πολύ συγκεκριμένος παίκτης. Δεν είναι σέντερ που θα πάρει την μπάλα στο low post για να δημιουργήσει. Δεν είναι αυτός που θα ανοίξει το γήπεδο με σουτ. Είναι παίκτης «πάνω από το στεφάνι», που θέλει να τον βρεις στη σωστή στιγμή, με τη σωστή γωνία, με την άμυνα σε κίνηση. Με άλλα λόγια, θέλει pick ‘n roll, θέλει δημιουργία, θέλει timing. Αν αυτά δεν υπάρχουν, μοιάζει αόρατος. Και εκεί μπαίνει ο τρίτος παράγοντας: η περιφέρεια του Ολυμπιακού φέτος πέρασε από διαδοχικές αλλαγές και προσαρμογές. Η ιστορία με τον Κίναν Έβανς, το σοκ του τραυματισμού, ο Σέιμπεν Λι που δυσκολεύτηκε να βρει ρόλο, ο Φρανκ Νιλικίνα που ήρθε μετά την έναρξη της σεζόν, ο Μόντε Μόρις που στάθηκε άτυχος, κι όλα αυτά μέσα σε μια ομάδα που έχει έναν γκαρντ-σταθερά, τον Τόμας Γουόκαπ, πλήρως ενσωματωμένο στο σύστημα και στις αυτοματοποιήσεις του Μπαρτζώκα.

Όταν η ομάδα «χτίζει» ξανά τη χημεία της στην περιφέρεια, οι ψηλοί που περιμένουν να τροφοδοτηθούν είναι αυτοί που μοιάζουν πρώτοι να μην ταιριάζουν. Έτσι, ο Χολ πέρασε εβδομάδες όπου στην άμυνα έδειχνε να χάνει προσανατολισμό, πότε να μείνει σε drop, πότε να βγει στην αλλαγή, πότε να καλύψει τη βοήθεια. Και στην επίθεση… κανείς δεν τον «εκμεταλλευόταν». Όχι από κακή πρόθεση, αλλά επειδή η ομάδα ακόμη έψαχνε ισορροπία. Κάπου εκεί, οι φωνές για ενίσχυση στη θέση άρχισαν να δυναμώνουν. Και ο Ολυμπιακός έκανε κίνηση ουσίας: πήρε τον Ταιρίκ Τζόουνς από την Παρτίζαν. Ο Τζόουνς ήρθε για να δώσει ποιότητα και βάθος. Ήδη έκανε ντεμπούτο στην Basket League και δείχνει ότι μπορεί να κουμπώσει με τους άλλους δύο ψηλούς, δημιουργώντας ένα τρίγωνο επιλογών που σε διάρκεια σεζόν είναι χρυσάφι. Όμως, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας δεν είναι μόνο τι προσθέτει ο Τζόουνς, αλλά τι ξύπνησε στον Χολ.

Γιατί, από ένα σημείο και μετά, ο Χολ άρχισε να μοιάζει… άλλος. Όχι επειδή μεταμορφώθηκε τεχνικά. Αλλά επειδή άρχισε να πατάει με μεγαλύτερη σιγουριά. Από το παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό και μετά, η εικόνα του δείχνει διαφορετική: καλύτερη επικοινωνία, πιο καθαρό διάβασμα, περισσότερη ενέργεια, πιο αποφασιστικά ρολαρίσματα. Και, το πιο σημαντικό, οι συμπαίκτες του άρχισαν να τον βρίσκουν. Ξαφνικά υπήρχαν κατοχές όπου ο Χολ δεν ήταν απλώς ένας ψηλός που «μπαίνει να αντέξει», αλλά μια πραγματική απειλή που μπορεί να δώσει τις λύσεις, που περιμένεις από εκείνον. Εδώ υπάρχει κι ένα ψυχολογικό στοιχείο που δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Όταν έρχεται ένας νέος παίκτης στη θέση σου, ειδικά ένας ποιοτικός ψηλός, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: ο χρόνος σου μειώνεται αν δεν ανέβεις. Για πολλούς, αυτό είναι βάρος. Για τον Χολ, μοιάζει να έγινε καύσιμο.

Πριν καν φτάσουμε στο ματς με την Παρτίζαν, υπήρξε μια εμφάνιση που λειτούργησε σαν σήμα: ο αγώνας της Basket League με την Καρδίτσα. Εκεί, ο Χολ έπαιξε 20 λεπτά και είχε 13 πόντους με 6/6 δίποντα, δείχνοντας ότι τελειώνει τις φάσεις χωρίς δισταγμό, ότι βρίσκεται εκεί που πρέπει και ότι παίζει με την αυτοπεποίθηση ενός παίκτη που ξέρει ξανά τη δουλειά του. Σε ένα ματς όπου ο Μιλουτίνοφ δεν αγωνίστηκε, ο Χολ δεν «κρύφτηκε» στάθηκε, προσέφερε και έδειξε ότι ανεβαίνει. Και μετά, η εικόνα αυτή δεν έμεινε στο ελληνικό πρωτάθλημα. Συνεχίστηκε και στην EuroLeague, εκεί όπου πραγματικά κρίνεται η χρησιμότητα ενός ρολίστα. Τα φετινά averages του στη EuroLeague (σε 21 παιχνίδια): 7,2 πόντοι, 5 ριμπάουντ, 1 μπλοκ και 12,2 PIR σε περίπου 16 λεπτά. Είναι νούμερα αξιοπρεπή, όμως δεν εξηγούν την ιστορία. Η ιστορία κρύβεται στο πότε άρχισε να ανεβαίνει και πώς αυτό αποτυπώθηκε στο γήπεδο. Από το παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό και μετά, τα τελευταία τέσσερα ματς της EuroLeague έχουν ένα κοινό: ο Χολ δεν είναι απλά παρών, είναι χρήσιμος.

Αν πρέπει να κρατήσεις κάτι από αυτά τα παιχνίδια, δεν είναι μόνο οι πόντοι. Είναι οι ρόλοι μέσα τους: περισσότερα λεπτά όταν χρειάζεται (27:10 στη Φενέρ), διψήφια παραγωγή, υψηλό PIR, αλλά κυρίως η αίσθηση ότι ο Χολ αρχίζει να «γράφει» στο παιχνίδι του Ολυμπιακού.

Ο Ολυμπιακός στη φετινή EuroLeague σκοράρει 89,0 πόντους κατά μέσο όρο και μοιράζει 20,5 ασίστ. Είναι μια ομάδα που θέλει να παράγει μέσα από κυκλοφορία και σωστές αποφάσεις. Όταν αυτό λειτουργεί, οι ψηλοί σαν τον Χολ γίνονται διπλά χρήσιμοι: γιατί δεν χρειάζονται παιχνίδι πάνω τους. Χρειάζονται μόνο να είναι έτοιμοι τη στιγμή που η μπάλα θα φτάσει στο σωστό σημείο. Σε άμυνα και επίθεση, ο Χολ δείχνει πλέον πιο «δεμένος» με τους υπόλοιπους. Δεν είναι πάντα τέλειος, ούτε πρόκειται να γίνει ένας διαφορετικός τύπος σέντερ από αυτό που είναι. Αλλά ο ρόλος του γίνεται πιο καθαρός: να τρέχει το γήπεδο, να βγάζει ενέργεια, να προστατεύει τη στεφάνη, να τελειώνει φάσεις. Και όταν κάνει αυτά, ο Ολυμπιακός έχει κάτι που όλοι ζητούν σε τέτοιο επίπεδο: έναν δεύτερο ψηλό που δεν ρίχνει την ένταση όταν ο βασικός κάθεται. Ο Τζόουνς προσθέτει βάθος και ποιότητα. Ο Μιλουτίνοφ δίνει σταθερότητα και κορυφαία παρουσία. Και ο Χολ, αντί να χαθεί μέσα σε αυτό, δείχνει να βρίσκει χώρο. Ίσως γιατί κατάλαβε καλύτερα το πλαίσιο. Ίσως γιατί οι συμπαίκτες του τον «διάβασαν» καλύτερα. Ίσως γιατί ο ανταγωνισμός τον τσίτωσε. Το μόνο σίγουρο είναι ότι, εκεί που πριν λίγες εβδομάδες φαινόταν να μην κουμπώνει, τώρα μοιάζει να πατάει πιο γερά. Και σε μια σεζόν που κρίνεται στις λεπτομέρειες, αυτή η «σιωπηλή» προσαρμογή μπορεί να αποδειχθεί από τις πιο χρήσιμες ειδήσεις για τον Ολυμπιακό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: