Περιφερειακός με σπάνια κλάση, αποτέλεσε επί σειρά ετών ηγετική φυσιογνωμία του Ολυμπιακού, όντας εξέχον στέλεχος της πειραϊκής ομάδας που αναρριχήθηκε στην κορυφή της Ευρώπης. Ο Γιάννης Φουντούλης γίνεται κάτοικος Πειραιά το 2009, βιώνει τα στάδια της διοικητικής κρίσης του ερασιτέχνη Ολυμπιακού, κατορθώνει όμως να αποτελέσει τον πυλώνα της σπουδαίας ομάδας του Θοδωρή Βλάχου, που καθιερώθηκε στην ελίτ της διεθνούς υδατοσφαίρισης, με αποκορύφωμα την επίτευξη του μυθικού τρεμπλ του 2018. Ο Φουντούλης θα παραμείνει στο μεγάλο λιμάνι έως το καλοκαίρι του 2019 και τη μετακίνησή του στην Ουγγαρία και στην πρωταθλήτρια Ευρώπης Φερεντσβάρος, έχοντας προηγουμένως κατακτήσει το Τσάμπιονς Λιγκ το 2018 στη Γένοβα, εννέα Πρωταθλήματα, οχτώ Κύπελλα και ένα Σούπερ Καπ Ελλάδας, καθώς επίσης και δύο ασημένια μετάλλια στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση της ηπείρου, το 2016 και το 2019.
-Η αγάπη του κόσμου του Ολυμπιακού προς το πρόσωπό σου, είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη. Μπορούν οι φίλαθλοι της ομάδας να αισιοδοξούν πως θα σε δουν και πάλι στον Πειραιά; «Πιστεύω ότι ο κόσμος του Ολυμπιακού είναι μοναδικός. Δεν ξεχνάει ποτέ αυτούς που έχουν προσφέρει στην ομάδα και τους έχουν κάνει να πανηγυρίζουν. Το ίδιο ισχύει και για εμένα. Η αγάπη που έχω πάρει απ' τον κόσμο ή ακόμα και τα μηνύματα που μπορεί να παίρνω ανά τακτά χρονικά διαστήματα από φιλάθλους, που μου ζητάνε να γυρίσω στην ομάδα, ειλικρινά σημαίνουν πάρα πολλά για μένα και αν μπορώ να πω κάτι, πιστεύω ότι στο πολύ κοντινό μέλλον θα είμαστε και πάλι μαζί...!».
-Στα χρόνια της παρουσίας σου στην ομάδα, ο Ολυμπιακός πρωταγωνίστησε σε διεθνές επίπεδο. Που πιστεύεις ότι οφείλεται η καθιέρωση του Ολυμπιακού στην ελίτ του ευρωπαϊκού πόλο; «Είχα την τύχη για δέκα χρόνια να είμαι μέλος αυτού του τεράστιου συλλόγου και έζησα όλη την πορεία της ομάδας, μέχρι την καθιέρωσή της στην ευρωπαϊκή ελίτ, με αποκορύφωμα την τετραετία με τους τρεις ευρωπαϊκούς τελικούς και την κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ, το 2018. Υπήρχε ξεκάθαρο πλάνο από τη διοίκηση του κύριου Κουντούρη, από τη στιγμή που ανέλαβε. Πρώτος στόχος ήταν η εξυγίανση του συλλόγου, κάτι που έγινε φυσικά και με τη συνδρομή του κύριου Μαρινάκη, αλλά και των φιλάθλων της ομάδας και στη συνέχεια ξεκίνησε το χτίσιμο, χρόνο με το χρόνο, μιας ομάδας η οποία θα είναι ικανή να φτάσει στην κορυφή της Ευρώπης. Κάθε χρόνο προσθέτονταν τα κατάλληλα κομμάτια, ώστε η ομάδα να ανεβαίνει επίπεδο, με τον ερχομό σπουδαίων Ελλήνων, αλλά και ξένων αθλητών, χωρίς όμως η διοίκηση και ο σύλλογος να παρεκκλίνουν από το πλάνο που είχε οριοθετηθεί. Όλα δούλεψαν ιδανικά και τα αποτελέσματα και οι επιτυχίες που ακολούθησαν είναι γνωστές. Νιώθω τεράστια χαρά και τιμή, που ήμουν μέλος από την αρχή αυτού του εγχειρήματος και έζησα όλη αυτήν την πορεία της ομάδας, από την απαξίωση μέχρι την κορυφή της Ευρώπης».
-Κατά τις πρώτες σου σεζόν στον Ολυμπιακό, η ομάδα αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα διοικητικής αστάθειας. Σκέφτηκες άραγε να αποχωρήσεις από τον Ολυμπιακό, όταν ο ερασιτέχνης έμοιαζε να βρίσκεται σε αδιέξοδο; «Τα πρώτα δυο χρόνια μου στην ομάδα ήταν πραγματικά πολύ δύσκολα, σε διάφορους τομείς. Σίγουρα η διοικητική αστάθεια και η αβεβαιότητα που υπήρχε στο σύλλογο, ήταν ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι να διαχειριστώ. Δεν το κρύβω ότι σκέφτηκα να αποχωρήσω μετά το τέλος της δεύτερής μου χρονιάς και αρχικά επιθυμία μου ήταν να γυρίσω στην ομάδα που αγωνιζόμουν πριν, τη Χίο, η οποία εκείνη τη χρονιά είχε υψηλές προσδοκίες. Μίλησα με τον Θοδωρή Βλάχο, ο οποίος ανέλαβε εκείνη την χρονιά προπονητής, μου τόνισε ότι θέλει να χτίσει πάνω μου την ομάδα των επόμενων ετών και πόσο σημαντικός θα είναι ο ρόλος μου. Επίσης, ο κύριος Κουντούρης μου έδειξε έμπρακτα πόσο με ήθελε στην ομάδα, διευθετώντας τα χρέη. Σίγουρα, το να είμαι μέλος σε ένα τόσο σπουδαίο σύλλογο και να έχω τόσο σημαντικό ρόλο σε μία τέτοια ομάδα, ήταν τεράστιο κίνητρο και ήταν αυτό που πραγματικά ήθελα, από την πρώτη στιγμή που ήρθα στον Ολυμπιακό. Απλά εμπιστεύτηκα τον πρόεδρο και νιώθω απόλυτα δικαιωμένος με την επιλογή αυτή, όπως θέλω να πιστεύω και εκείνος».
-Το 2018 ο Ολυμπιακός φτάνει για δεύτερη φορά στην κορυφή της Ευρώπης. Ποια τα συναισθήματά και οι αναμνήσεις σου; «Το 2018 ήταν μία ονειρική σεζόν για την ομάδα μας. Φτάσαμε στην κορυφή της Ευρώπης νικώντας τη Ρέκο, το αδιαφιλονίκητο φαβορί για τον τίτλο, μέσα στην έδρα της, στη Γένοβα. Όλη η σεζόν ήταν φανταστική για εμάς, παίξαμε σπουδαίο πόλο καθ' όλη τη διάρκεια της χρονιάς, κατακτήσαμε με πειστικό τρόπο τους τίτλους στην Ελλάδα και όταν έφτασε η μεγάλη στιγμή του τελικού της Ευρώπης, ήμασταν έτοιμοι να πάρουμε αυτό που είχαμε χάσει δύο χρόνια νωρίτερα. Ό,τι έζησα στη διάρκεια του τελικού, ό,τι ακολούθησε μετά το σφύριγμα της λήξης, με τους πανηγυρισμούς με τους συμπαίκτες μου και αργότερα με την υποδοχή μας στο "Καραϊσκάκης" από τους φιλάθλους μας, είναι στιγμές και αναμνήσεις που δε θα φύγουν ποτέ από το μυαλό και την καρδιά μου. Δεν υπάρχουν πιο ωραίες στιγμές από αυτές που νιώθεις ότι πραγματοποιείς τα όνειρά σου! Και για εμένα η κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ με τον Ολυμπιακό, ήταν ακριβώς αυτό».
-Το καλοκαίρι του 2019 παίρνεις την απόφαση να δοκιμάσεις την τύχη σου στην πρωταθλήτρια Ευρώπης Φερεντσβάρος. Πόσο δύσκολη ήταν η απόφαση να χωρίσουν οι δρόμοι σου με τον Ολυμπιακό; «Η απόφασή μου να αποχωρήσω το 2019, ήταν πραγματικά από τις δυσκολότερες που έχω πάρει. Είχα επαφές με τη Φερεντσβάρος απ' την προηγούμενη χρονιά, αλλά για κάποιους λόγους δεν είχε προχωρήσει η μεταγραφή. Ένιωθα ότι είναι καλή στιγμή το να δοκιμάσω να αγωνιστώ στο εξωτερικό, μιας και είχαμε μόλις κατακτήσει το Τσάμπιονς Λιγκ και έψαχνα μία νέα πρόκληση. Όπως είπα, για διάφορους λόγους, δεν προχώρησε και είδα ως τεράστιο κίνητρο το να παραμείνω στην ομάδα, έτσι ώστε να πάμε για το repeat. Στη διάρκεια της χρονιάς, επειδή γνώριζα ότι δε θα έχω πολλές ευκαιρίες να αγωνιστώ στο εξωτερικό, το είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι θα ήθελα να το δοκιμάσω. Προέκυψε η πρόταση της Φερεντσβάρος, που κάλυπτε τις φιλοδοξίες μου και γενικότερα τα "θέλω" μου και αποφάσισα να το επιχειρήσω. Σίγουρα, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, με την απώλεια του τίτλου από τη Φερεντσβάρος στον τελικό, έκαναν την κατάσταση στο μυαλό μου ακόμα πιο περίπλοκη και φυσικά είχα δεύτερες σκέψεις στο εάν πρέπει να αποχωρήσω. Αλλά, όπως είπα και πριν, είχα πάντα στόχο το να αγωνιστώ σε μία κορυφαία ομάδα στο εξωτερικό και ένιωθα ότι ηλικιακά ίσως δε θα έχω την ευκαιρία να το κάνω στο μέλλον, οπότε, με βαριά καρδιά, αν θα μπορούσα να το πω έτσι, αλλά σίγουρα με κίνητρο, επέλεξα να συνεχίσω την καριέρα μου στο εξωτερικό».
-Ποια ήταν η πιο δυσάρεστη ανάμνηση από τη θητεία σου στον Ολυμπιακό, κατά τη μακροχρόνια αυτή πορεία; «Απ' όλη αυτήν την πορεία των δέκα ετών, αν με ρωτάς τι με πλήγωσε περισσότερο, προφανώς και ήταν η απώλεια των δύο ευρωπαϊκών, όπου φτάσαμε σε έναν τελικό με τη Γιουνγκ και σε έναν με τη Φερεντσβάρος, όπου δεν καταφέραμε να πάρουμε το τρόπαιο. Σίγουρα αυτές οι στιγμές πονάνε, αλλά όταν κάθομαι και σκέφτομαι το τι καταφέραμε μέσα σε αυτήν την τετραετία, το να αγωνιστούμε σε τρεις τελικούς του Τσάμπιονς Λιγκ και να φτάσουμε τον Ολυμπιακό στο να είναι η κορυφαία ομάδα της Ευρώπης για μία τετραετία, είναι ένα τεράστιο επίτευγμα. Αλλά, επειδή ο τελικός του 2019 συνέπεσε και με την απόφασή μου να αποχωρήσω, ήταν, όχι η πιο δυσάρεστη ανάμνηση, αλλά σίγουρα η πιο δύσκολή μου στιγμή στη δεκαετία αυτή».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου